Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

The Polar Express



Προσοχή ! Το περιεχόμενο του βίντεο βλέπεται από όσους νιώθουν ακόμα παιδιά! :)
Και τους θυμίζει το πιό όμορφο ψέμμα που πίστεψαν ποτέ, έστω και για λίγο!

Καλές Γιορτές (μια που έρχονται...)

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2009

Και τώρα... δουλειά...

Εποχή διαβάσματος...
Συνήθως πάει μαζί με κλειστά παράθυρα, ζεστό καφέ και ζεστά χαλιά στο πάτωμα για να γίνεται πιό ευχάριστη, μαζί με το άσπρο φωτιστικό πάνω από τα χοντρά βιβλία.

Όμως δεν κάνει χειμώνες... και τελευταία όλοι αναρωτιούνται γιατί. Στις ειδήσεις του mega, στον independent, στους new york times, στα blogs, στα καφενεία, στους δρόμους οι νεαροί με τα πράσινα μπλουζάκια της WWF που μοιράζουν φυλλάδια, όλοι μιλάνε για την κλιματική αλλαγή.

Το μελλοντικό μου επάγγελμα: Η Ενέργεια. Μια λέξη που όριζε πάντα το δούναι και το λαβείν του ανθρώπου. Κρυμμένη στην ύλη. Η άλλη όψη του νομίσματος, του Albert Einstein.
Ε=mc^2
Και άλλα τέτοια μαγικά.

Ανάμεσα στα βιβλία και στα χαρτιά μου ανακάλυψα ένα περιοδικό που μιλά για τις Α.Π.Ε (Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας).
Τώρα πια, σήμα κατατεθέν οι ανεμογεννήτριες στα υψόμετρα, πρωτοσέλιδα, και μια αρκετά μεγάλη οικονομική μπίζνα. Μαζί φυσικά με το θέμα των ημερών... την κλιματική αλλαγή.

Κάτι από όλα τα άρθρα του επιστημονικού περιοδικού μου τράβηξε την προσοχή.
Η ενέργεια των κυμάτων, και η τεχνολογία εκμετάλλευσής της από τον άνθρωπο για να γίνει ηλεκτρικό ρεύμα.


Απο μικρό παιδί κοίταζα με δέος αυτές τις αφρισμένες δίνες που λέγονται κύματα. Πάντα πίστευα στη δυναμή τους. Επικεντρώθηκα στο άρθρο που διάβαζα, και σκέφτηκα ότι έξω από το παράθυρό μου δεν έχει και ιδιαίτερο κρύο πιά...και είναι 23 του Νοέμβρη.

Θέλω να γίνω μηχανικός... αλλά γιατί; Ίσως όλα αυτα να χουν σχέση με τα κύματα, την ενέργεια, τη φυση, το μέλλον. Ίσως ακόμα και το αύριο.... αλλά ας μην ονειρεύομαι μεγάλες αλλαγές.





Διάβασμα ξανά...

ΥΓ http://news.bbc.co.uk/2/hi/sci/tech/1032148.stm

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009

Love to Love



Αυτό το τραγούδι ακούστηκε σε υπόγεια μπαράκια και μπυριαρίες, με μεθυσμένους dj που ακούν σκονισμένους ήχους απ' τα χρόνια, που θυμούνται ακόμη πολύχρωμα φώτα και συναυλίες με σκισμένα τζήν ... τώρα όλα μοιάζουν να συρρικνωνονται στο χρονικό κενό ενός έτους και μιας παρέας.

Ο ένας λείπει, και οι άλλοι κρέμονται σε κλωστή. Ψάχνουν τι τους έδενε και τι αλλάζει.
Δίνουν ραντεβού τα μεσάνυχτα, σαν τις Ώρες και τα ξωτικά. Στην ίδια συνοικιακή μπυραρία.
Μήπως πιάσουν το νήμα από την αρχή....

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2009

Διαδηλώσεις

Χαράματα Τετάρτης και τα φώτα όλα κλειστά, γενική συσκότιση.
Ένας νεαρός με μακριά μαλλιά και ανακατεμένα μούσια, με κοκκινισμένα μάτια, κατεβαίνει τη σκάλα της Γεωπονικής. Έχει πάει στη Γενική Συνέλευση... μετά την προβολή της τανίας "Σάκο και Βαντσέτι". Τον παρακολουθούν διακριτικά δυο εκκοφίτες που τον πλησιάζουν ολοένα και περισσότερο. Είναι Νοέμβρης και έξω κάνει κρύο. Φοβισμένος, τυλίγεται στο ξεφτισμένο παλτό και βγάζει από τη σκισμένη τσέπη ένα πακέτο ΑΣΣΟΣ. Ανάβει ένα τσιγάρο με τρεμάμενα χέρια. Τον πλησιάζουν ολοένα και περισσότερο οι ρουφιάνοι. Τον σταματούν και του μιλούν

"Πολιτικός θα γίνεις εσύ ρε φίλε; Δε σου είπανε να μη μιλάς πολύ; Άντε με το καλό μη βρούνε την αδερφή σου σε κανένα χαντάκι"

Φεύγουν και τον αφήνουν μόνο στη σκάλα να τους κοιτά με τρόμο.


Αργότερα θα συναντήσει μια νεαρή νηπιαγωγό, με μακριά κατάξανθα μαλλιά, μέχρι τη μέση. Είναι όσο όμορφη μπορεί να φανταστεί κανείς. Κι εκείνη έχει κλάψει και τον κοιτά με παράπονο. Μάλωσε με τον αδερφό της... στρατιωτικός γιατρός βλέπεις. Κάθε μέρα καυγάδες, για τη "Χούντα".

"Δε θα πάς" της είπε "στην πορεία, με τους καταληψίες".

"Θα πάω" του είπε, και πετάχτηκε έξω από το σπίτι.

Το Νοέμβρη... του 73... δυο νέοι σαν όλους τους άλλους.
Ο πατέρας και η μάνα μου. Οι γονείς μου, που ήταν εκεί. Κι εγώ μικρό παιδί, στο χαλάκι του κρύου νοικιασμένου σπιτιού, ακούω την ιστορία τους με τα μάτια ανοιχτά.

"Πές μου μπαμπα... τί ήταν το "Πολυτεχνείο";



ΥΓ Καλή πορεία ... !

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2009

Συνθήματα τοίχου


Ο θάνατος του 16χρονου Αλέξη από τη ματιά ενός αναρχικού



Ανθολογία των καλύτερων συνθημάτων γύρω από την μικροαστική καθημερινότητα




Χιούμορ... των Δεκεμβριανών '08



Σουρεαλισμός....




Υπέροχη ατάκα




"Ψωμί, Παιδεία..." - Νοέμβρης '73



Lifestyle




Ιδανικές κοινωνικές υποχρεώσεις....



Τηλεόραση




Η δύναμη του πολίτη




Φωτιές


ΥΓ Τα αφήνω χωρίς σχόλια.... οι τοίχοι μας μιλάνε. Αντισυμβατικά συνθήματα, που ενοχλούν, πληγώνουν την ...ησυχία μας και τους γυρνάμε την πλάτη. Αν όμως τα προσέξουμε λίγο, θυμόμαστε σε ποιό ντουλάπι έχουμε θάψει τις προσδοκίες μας.

Καληνύχτα....

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009

Οι μικροί Ταξιδευτές...




Είμαστε ξαπλωμένοι συνήθως στο ίδιο μονό κρεβάτι. Εσύ κάτω από τα σκεπάσματα, πάντα κρυώνεις, και τυλίγεσαι γύρω μου. Εγώ ζεσταίνομαι και δίνω μια στα σκεπάσματα για να σηκωθώ απότομα.


Θ' αρχίσουμε δουλειά. Εσύ θα φτιάξεις καφέ και θα αρχίσεις να σκέφτεσαι αριθμούς και τηλεμεταφερόμενα μηνύματα.
Εγώ δεν έχω ταλέντο σε αυτά. Παλεύω όμως με τις λέξεις. Αναζητώ τις πιο όμορφες από αυτές, σκαλισμένες στα συνθήματα των τοίχων, για να με βοηθήσουν να αποφεύγω τις φραστικές κοινοτυπίες. Δεν τα καταφέρνω πάντα, και μιμούμαι τον διόλου πρωτότυπο λόγο κοιμισμένων συγγραφέων, που αντιγράφουν λέξεις στακάτο από βιβλία.
Όλοι τα χουμε πεί όλα αυτά, κατά καιρούς


Μα, ποιός αλήθεια από μας τα χει ζήσει;

Θα πάρουμε μια μέρα μαζί το αυτοκίνητο, θα ναι ένα πορτοκαλί, σαν ιπτάμενο, αιωρούμενο πορτοκάλι. Και δε θα γλιστρά πάνω σε δρόμους, θα πετά αργά σαν αερόστατο πάνω από την ιδανική διαδρομή που θα μπορούσαμε να κάνουμε εμείς οι δύο. Φοβάμαι πώς ο δρόμος δεν είναι μακρύς, μα θα το ρισκάρω. Λένε - άλλη μια κοινοτυπία, νά τη, μπροστά μας - πως η τύχη βοηθάει τους τολμηρούς.

Είναι όλα τόσο δύσκολα μαζί σου, κι εσύ ένας πίνακας του Renoir. Ένας από κείνους τους άντρες - σύννεφα. Μα σ' αγαπώ, γιατί είμαι αυτή ακριβώς που ήμουν πάντα, όταν μιλώ μαζί σου.

Κάτι μας τραβάει απο τα πόδια και θέλω να του ξεφύγουμε, μαζί, σαν παιδιά που παίζουν κυνηγητό. Εδώ, στο σπίτι, στη δουλειά, είναι όλοι, κι εκείνοι μαζί μας. Έξω, κανείς. Μόνο εσύ,κι εγώ. Και το "μπορεί". Άλλωστε σ' αρέσουν τα μπορεί, τα ίσως, οι πιθανότητες. Και με κάνεις να μ' αρέσουν κι εμένα...


Πιάσε ξανά το χέρι μου μέσα στο δικό σου, σαν ένας μικρός κοιμώμενος πρίγκηπας. Και πάτα το γκάζι του ονείρου μας, να ταξιδέψουμε με μεγάλες ταχύτητες.
Ονειρεύεσαι πολλά, το ξέρω. Κι όμως στην πραγματικότητα, σ΄αρέσει να δραπετεύεις από αυτά. Έκανες τα όνειρά σου, πορτοκαλί παράθυρα φυλακής...


Κι ύστερα, καθώς βλέπαμε μαζί τους πίνακες του Rothko, ήρθε πάλι το ιπτάμενο πορτοκάλι μας να μας πάρει να αιωρηθούμε μαζι στο σύμπαν...
κι από μέσα του ξεπετάγονταν πεταλούδες κι άνθη πορτοκαλιάς, γλυκιά άνοιξη και πορτοκαλί χυμοί πρίν χαθούμε μέσα στη δίνη τους... κάπως έτσι ήταν η μέρα της Δημιουργίας...
και προυπήρχε του κόσμου αυτό που μοιραζόμαστε...

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

Στιγμιότυπο

Σταμάτα, το μόνο που θέλω είναι να σε πιάσω. Σταμάτα να τρέχεις γελώντας, κι εγώ σαν πεταλούδα από πίσω σου.

Σταμάτα να με κοιτάς μ' αυτές τις δυο υγρές θάλασσες. Σταμάτα να είσαι όνειρο, πάντα φοβόμουν μαζί σου τα πρωϊνά ξυπνήματα.

Σταμάτα δυο λεπτά, για να σε βγάλω μια φωτογραφία να την κρεμάσω στα διάφανα παράθυρά μου. Όταν γελάς, όταν κρύβεις το μικρό μου χέρι μέσα στο χέρι σου, όταν με κοιτάζεις με παράπονο, όταν κρύβεσαι μέσα μου.

Τρέχουμε με μεγάλες ταχύτητες. Τώρα πια δεν υπάρχουν φωτογραφικά φίλμ, μόνο διάφανα pixels που βγάζουν με ταχύτητα κλασμάτων δευτερολέπτου πολλές φωτογραφίες. Κι εσύ γελάς πριν τις δούμε στην οθόνη και τις κάνουμε ψηφιακό κολλάζ.

Πάντα ονειρεύομαι ότι γελάς. Πάντα προσπαθώ να καταλάβω γιατί τα πρωϊνά που ξυπνάμε μπαίνει ένα παράταιρο μουντό φώς κάτω από το ριγμένο πατζούρι και γεμίζει το δωμάτιό σου μολυσμενο αστικό αέρα. Μου λές πώς θές να φύγουμε από δώ.

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

On Your Side..........

I'm really on your side
Although you may not ever believe that it's so
I've been taken to looking back
Across it all, it was never that bad
Oh you know

For the minute a pretty face
In the mirror, to take my place
To submit to the ... race
I'm going to see to your immediate needs
Love's for idiots, so leave me alone on my liberties
My liberties

For twenty days or more
I've been staring a hole in the wall
So this business is what I left you for
We were never that bad together at all

For the slightest little change
I will stitch it up and rearrange it
When I feel more than a little strange
Get someone else to do the thinking please
Love's for idiots, so leave me alone on my liberties
My liberties

I'm really on your side
And I would never ever try and hurt you again no no
Take my blessings where ever you go
And if there's someone else to who you wish to go
I just dont want to know

You're none of my business now
I do forget it sometimes
I dont know how
I get too weary and I get too loud

I always knew there would be times like these
Love's for idiots, so leave me alone on my liberties
Leave me alone, my liberties
My liberties


.....
οι magrugada με συγκλονίζουν σχεδόν σε κάθε τους κομμάτι... σκοτεινές και πληγωμένες αγάπες, και οι εμπνεύσεις της μεγάλης σκανδιναυϊκής νύχτας...
εκπληκτικοί.....



Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

Μέτοικοι

Προοδευτική μετακόμιση. Συνηθίζεις πρώτα στην ιδέα. Άργησες κιόλας.
Έχω ξοδέψει πολλά χρόνια για να συνηθίζω πράγματα. Η μισή μου σχεδόν ζωή πέρασε συνηθίζοντας. Επιλογές των άλλων.

Κουράστηκα να περιμένω να ζήσω κάτι που δεν έχω ζήσει ακόμα. Κουράστηκα να αναβάλλω, να σκέφτομαι. Θέλω το τώρα.

Χθές το βράδυ είδα στον ύπνο μου τα έπιπλα και τα βιβλία μου να βγάζουν φτερά και να μετακομίζουν σε ένα σπιρτόκουτο, που ένα παιδί το άφησε να πλέει στη Βόρεια Θάλασσα.
Μου έλεγαν τα παλιά μου βιβλία πως θα γυρνάω στη βάση μου μόνο για διακοπές.

Τρίτη, 06 Οκτωβρίου 2009



So am I
Good or bad
The way that things did turn out
I did only make you sad

And we cried and we cried
On the phone

Oh, but in my mind

You were never that all alone


Oh, you were majesty
Your roads were heavy

And your longing was cut from bone


So am I
Am I good or bad
Could only awake your anger
I could only make you mad
Now was that how you showed me
That you were still so young and bold
Anyway those fights did dry me
And I was dying of thirst and I wasn't growing old

Oh, you were majesty
Your ropes were heavy
And your roads were very cold

Oh, oh, oh, majesty

But in my mind
I could still climb inside your bed
And I could be victorious
Still the only man to pass through the glorious arch of your head, o-oh

Oh, you were majesty
Your ropes were heavy
And your cheeks were very red

Oh, you were majesty
Now it's like I said
That spirit, it's now dead

Oh, oh, oh, majesty




....Μοναδικοί Sivert Hoyem και Robert Buras......

Σάββατο, 03 Οκτωβρίου 2009




So, so you think you can tell
Heaven from Hell,
blue skies from pain.
Can you tell a green field from a cold steel rail?
A smile from a veil?
Do you think you can tell?
And did they get you to trade your heroes for ghosts?
Hot ashes for trees?
Hot air for a cool breeze?
Cold comfort for change?
And did you exchange a walk on part in the war for a lead role in a cage?
How I wish, how I wish you were here.
We're just two lost souls swimming in a fish bowl, year after year,
Running over the same old ground.
What have you found?
The same old fears.
Wish you were here....

--------------------------------------------------------------------------------------------

lift me – lift me from the ground
and don´t ever put me down
and don’t pick a fight with me
just flip a coin my love – you’ve won

oh Love – slips her hand inside my hand
I don´t care if you don’t want me
I’m yours – I’m yours right now

our years – are years well spent
we may never find out where they went – oh no
and I don’t mean to fight with you
now all our troubles and all our struggles they are through


oh Love – slips her hand inside my hand ...
I don´t care if you don’t want me
I’m yours – I’m yours right now

the wolf and the fox
they’re sleeping soundly with the elk and the ox
there’s a starry field around
this lowlit kingdom
where all our defences are down



Wrecked, poor, naked and blind
I’m yours – I’m yours -right now

Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2009

Charleston Butterfly...












Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2009

Δύο ιστορίες


Πατώ το κουμπί
γιορτή στην τηλεόραση πάλι
σικέ εκπομπή να μας φτιάξει κεφάλι
χορεύουν γελούν και μισιούνται
στον τρύπιο φακό
το κακό ταξιδεύει ως εδώ














"Θα προλάβω τη ζωή. Δε νοσταλγώ ακόμα. Όμως φοβάμαι τις ώρες που θα νοσταλγήσω. Δεν είμαι πια και τόσο μακρυά...
Φοβάμαι, παρακαλάω και ελπίζω να μην είναι τόσο κρύος αυτός ο Σεπτέμβρης. Εκείνος με κοροϊδεύει, με λέει παρά - φύσιν άπιστη. Και ίσως να χει δίκιο. Τον αγαπάω, αλλά δεν ξέρει πώς είναι να κοιτάς τα λουλούδια του φράχτη και να φαντάζεσαι αστέρια στα κλαδιά τους και πολύχρωμες φυσαλίδες. Δεν ξέρει πώς είναι να θέλεις να φτιάξεις το χρώμα της θάλασσας στο πρώτο φώς και να το κρατήσεις για πάντα ζωντανό. Γι' αυτό υποτιμά την αιωνιότητα. Θέλω να τον πάρω απ' το χέρι και να του τα δείξω όλα αυτά, κι ας άργησα. Άργησα. Θέλω να δεί όσα βλέπουμε - εγώ κι εσύ.

Είμαι σίγουρη πως θα καταλάβει, και προσεύχομαι ευλαβικά γι' αυτό πρίν κοιτάξω το είδωλό μου στον καθρέφτη και πρίν ανθισουν τ΄αστέρια. Εγώ, η λογική. Η παρά φύσιν άπιστη. Η κατ' επίφασιν άθεη.

"Είμαι τυχερή" σκέφτηκα. Τυχερή."




ΥΣ Δυό λόγια σε ένα τετράδιο, δυο τραγούδια με ποίηση. Δυό μεσαιωνικές μελωδίες και ένας καιόμενος άγγελος, που τα μαλλιά του άσπρισαν αρκετά από την τελευταία φορά που τον είδα επί σκηνής. Ίσως να τον κυνηγά το όνειρο του Βασιλιά των Φαιάκων, που του χάρισε το όνομά του. Ίσως και να παίζει με τις πρώτες ενήλικες μνήμες μου. Ο χρόνος λιώνει, τα αστέρια ανθίζουν και οι ποδηλάτες φλέγονται. Στα χέρια του ένα βιβλίο του Πόε του θυμίζει πόσο δύσκολο είναι να υπάρχεις.

Αφιερωμένο στον Αλκίνοο Ιωαννίδη.



Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2009

Secret bonds over airport lines


Καθόταν μόνη στο άδειο δωμάτιο, νύχτα, αργά... περασμένες τέσσερις.
Το μόνο που άκουγε - υποτονικοί ηλεκτρομαγνητικοί θόρυβοι και ανεμιστηράκια του υπολογιστή.

Ειχε απλώσει σ' όλο το δωμάτιο εφημερίδες - οι τοίχοι φρεσκοβαμμένοι , όπως τα καινούρια ξεκινήματα.

Καθόταν στο άδειο πάτωμα, πάνω στις εφημερίδες με ένα τσιγάρο αναμμένο, αφημένο στο περβάζι. Έπαιζε δαχτυλίδια με τον καπνό του. Το μόνο αντικείμενο μέσα στο δωμάτιο ήταν η κούπα του καφέ.

"Ξεκινάμε από την αρχή" σκέφτηκε.
"Ό,τι ζούμε μπορούμε να το ξαναρχίσουμε από την αρχή, αλλιώτικο. Μοναδική προϋπόθεση, να μην έχει τελειώσει ο χρόνος".

Ανάκατες σκέψεις έφερναν βόλτα στο μυαλό της. Σκέφτηκε δυό λόγους που αγάπησε την Νορβηγία : τον Jostein Gaarder και τους Madrugada.

Σκέφτηκε κι άλλον έναν να αγαπήσει την πατρίδα της: τη διαδρομή "Ηράκλειο - Καλαμάτα"

Άνοιξε το παλιό κακογραμμένο cd και το έβαλε να παίξει. Στο εξώφυλλό του, διάβασε:

"Άκου τώρα, όλο φεύγω και ξαναφεύγω κι όλο κάτι στο πλάι σου με φέρνει. Απ' την Κομοτηνή ως τα Χανιά σε γύρεψα, στιχάκια σου 'γραψα κι όλο λαχταρούσα πως όπου να 'ναι θα το λάβεις το γράμμα που ποτέ δε σου στειλα. Κάπου άκουσα να λένε πως ο καλός ταξιδιώτης είναι εκείνος όχι που δεν ξέρει προς τα πού πηγαίνει, αλλά εκείνος που δε θυμάται από πού ξεκίνησε. Χίλια ταξίδια ξόδεψα για ν' ανακαλύψω πως τελικά πλήττω θανάσιμα στις αίθουσες των αεροδρομίων και πως το γεγονός ότι σπανιως παθαίνω ναυτία στα καράβια δε με καθιστά αναγκαστικά θαλασσόλυκο (δεν ξέρω αν φτάνουν αυτά για την αποκατάσταση της αναμονής). Τώρα δίπλα μου σωπαίνεις. Ανάβω τσιγάρο. Πίνεις μια γουλιά καφέ.
"Κακή συνήθεια να ξεχνάς" μου λές.
Κακή συνήθεια και να θυμάσαι.
Κλείνω τα μάτια και αφουγκράζομαι τον βρυχηθμό της πόλης μου καθώς μισοναρκωμένη χωνεύει τους ποιητές της".

Ηράκλειο Κρήτης
Σεπτέμβρης 1997
Μιλτιάδης Πασχαλίδης




Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2009

Because you....

"You gave me wings and made me fly
You touched my hand I could touch the sky
I lost my faith, you gave it back to me
You said no star was out of reach

You stood by me and I stood tall

I had your love I had it all...."

Αυτοί οι στίχοι μου θύμισαν μια πολύ όμορφή ταινία που είχα δεί πρίν χρόνια...

Up Close and Personal


Χθές ήταν μια μέρα που με έκανε να θυμηθώ πολύ έντονα τον Ρέντφορντ σε αυτή την ταινία... την πίστη του, το πείσμα του και την αγάπη του για τη γυναίκα του.


ps "I' m so happy that you believe in me, I' m so happy that I can hold your hand throughout cold and warm Septembers...."










Πέμπτη, 03 Σεπτεμβρίου 2009

Δυό όμορφα τραγούδια....



Έρημα κορμιά του χρόνου παιχνιδάκια
στον ύπνο σταυραετοί, στον ξύπνιο στρατιωτάκια
έρημα κορμιά αποταμιευτήρες
γι' αθάνατο νερό και γι' αφρισμένες μπύρες

Έρημια κορμιά καμμένες εκκλησίες
καφτάνια της ψυχής αρχαίες αμαρτίες
έρημα κορμιά μελτέμια και θρακιάδες
άλλοτε είστε ευλογιά κι άλλες φορές μπελάδες

Έρημα κορμιά του φεγγαριού κρατήρες
αθώα στο σταυρό Πιλάτοι στους νιπτήρες
έρημα κορμιά χαρούμενα θλιμμένα
κρυφές περαταριές για τ' άγνωστα τα ξένα



Ψηλά βουνά κι εσείς των άστρων θωριές
Ποτάμια αχνά, ελάτια, δάφνες, μυρτιές

Την καρδιά μου, ωχ φωτιά μου, όποιος δει
να της πει να ‘ρθει κοντά μου, μην αργεί
Ξενιτιά μου, έρωτά μου, φως κι αυγή
πριν ραγίσει απ’ το σεβντά μου όλη η γη

Φαράγγια υγρά κι εσείς των δράκων σπηλιές
αετών φτερά κι ανέμων μαύρες φωλιές

Την καρδιά μου, ωχ φωτιά μου, όποιος δει
να της πει να ‘ρθει κοντά μου, μην αργεί
Ξενιτιά μου, έρωτά μου, φως κι αυγή
πριν ραγίσει απ’ το σεβντά μου όλη η γη

Αηδόνι εσύ, πλανεύτρα στάχτη που καις
με ποιο κρασί μεθάει τα μάτια του, πες

Τρίτη, 01 Σεπτεμβρίου 2009

Ιστορίες του Μύθου - Μέρος 2ο

Διήγηση Κοραλλίας (ή Κορνέλλας)

"Είχε πάει τέσσερις. Ακόμη η νύχτα δεν είχε δώσει τη θέση της στο πρώτο φώς της μέρας. Ο Παντελής περπατούσε γρήγορα, μ' ένα βήμα βιαστικό. Τα πληγιασμένα χέρια του ήταν στις τσέπες του, μαζεμένα σε γροθιές, και το τσόχινο επανωφόρι του κλειστό μέχρι το λαιμό. Είχε αγιάζι στο Quai. Σκεφτόταν όλη μέρα, εκείνο τον αξιωματικό με το μαστίγιο και το ψηλό άλογο, τον Αχμέτ.

"Σαν κατεβαίνει από τ΄άλογο φαίνεται μικρούτσικος, τιποτένιος" σκέφτηκε ο Παντελής. Για να τρομάξει το φόβο του.

Μπήκε στα μικρά πλακόστρωτα στενά του Φραγκομαχαλά. Μια μαυροφορεμένη γριά είχε ήδη ξυπνήσει και έβγαζε νερό από το πηγάδι. Ο ήχος της αλυσίδας που ανέβαζε το δοχειο με το νερό, του θύμισε πάλι τον αξιωματικό.

"Μέχρι το πρωί θα τον έχουνε βρεί" σκέφτηκε ο Παντελής. ¨Νεκρό"
Ξεγέλασε πάλι την ανατριχίλα και το φόβο του περπατώντας πιό γρήγορα.
Κάτι είχε αυτή η νύχτα, σαν μαύρη ησυχία.Σαν την απανεμιά πρίν τη μπόρα.
Ο Παντελής ήξερε να διαβάζει τα σημεία του καιρού. Η Μπόρα θα ερθει. Πολύ σύντομα. Ίσως αύριο. Και ίσως χαθούν όλα. Ένα είναι σίγουρο. Τίποτα δε θα ναι όπως πρίν.

Προχώρησε στο μικρό χωματόδρομο που έβγαζε από το "Καί" και τον Φραγκομαχαλά, στα χαμηλά σπίτια του τουρκομαχαλά. Εκεί ένα ξυπόλητο τουρκάκι, με τρύπια παντελόνια, έπαιξε έναν αμανέ στο κανονάκι, πολλή ώρα. Ο Παντελής έβγαλε ένα δίφραγκο, και το βαλε στο μουτζουρωμένο χέρι του μικρού.

Είχε φτάσει σπίτι και είχε αρχίσει να ξημερώνει. Ανέβηκε στην κάμαρη, η γυναίκα του ξύπνια, και ιδρωμενη. Τα μακριά μαύρα μαλλιά της ήταν μπλεγμένα και μουσκεμένα, και το νυχτικό είχε κολλήσει στο κορμί της.
"Είναι στο μήνα της" σκέφτηκε ο Παντελής. "Τι θα απογίνουμε..."

Η γυναίκα τον κοίταξε βαθειά στα μάτια, κι εκείνος τα κατέβασε.
"Παντελή... είδα ένα όνειρο. Πρέπει η μάνα μου να μου το ξηγήσει.
Δεν ήταν καλό το όνειρο, Παντελή.
Ήμουν λέει στο ποτάμι, και έπλενα. Ξεχάστηκα, και με πήρε η νύχτα. Ξαφνου το μισό φεγγάρι, ηρθε πιο κοντά στη γή. Ένα άστρο έπεσε πάνω του και σφηνώθηκε στο κέντρο του. Μετά κατρακύλησαν και τα δυό μέσα στο ποτάμι. Το ποτάμι κοκκίνισε από αίμα. Ποτάμι από αίμα, έγινε. Και πνιχτές κραυγές".

Κοίταξε το πρόσωπό του, ήταν χλωμό αλλά σφιγμένο, με μια παράξενη αποφασιστικότητα.
"Αύριο θα κάψουν τη Σμύρνη, Παντελή" του είπε.

"Αργυρώ..." είπε κείνος
"Πρέπει να φύγω. Μόνος. Έκανα κάτι..."

Εκείνη πάγωσε. Πριν προλάβει να μιλήσει, εκείνος συνέχισε
"Χτύπησα ένα Τούρκο αξιωματικό. Με έβαλε να τον περάσω το ποτάμι, κουβαλώντας τον στην πλάτη. Αργούσα επειδή το ρεύμα ήταν δυνατό. Μου μαστίγωνε τα χέρια. Όταν περάσαμε απέναντι, τον χτύπησα στο πρόσωπο. Έπεσε κάτω και δεν ξανασηκώθηκε. Αύριο όλη η φρουρά θα ψάχνει εμένα".
Τον κοίταξε με τρόμο
"Παντελή, έχουμε τέσσερα παιδιά. Και ένα στην κοιλιά μου. Τι θ' απογίνουμε; Τι θα γίνουμε χωρίς εσένα;"

"Θα πάρεις τα παιδιά, θα τα βάλεις σε μια βάρκα. Και θα περάσετε απέναντι. Πρίν έρθει ο στρατός. Εγώ θα φύγω μέσα από τ' αμπέλια. Αν γίνει η καταστροφή που περιμένουμε, κανείς δεν θα ασχοληθεί να με ψάξει. Και θα ρθω απέναντι να σας βρώ".

Και έτσι κι έγινε."

Η Κοραλλία τελείωνε την αφήγηση κι εγώ την κοιτούσα στα μάτια.
"Πέρασε η μάνα μου απέναντι, έζησαν τρία παιδιά, και έχασε το Δημητράκη από τύφο. Ο πατέρας μας βρήκε, τρία χρόνια μετά. Τότε γεννήθηκα, εγώ και ο Σωκράτης. Στη Σαλονίκη".

"Γιαγιά..." τη ρώτησα "τί έλεγε η Αργυρώ για κείνες τις μέρες;"
"Τίποτα" μου αποκρίθηκε. "Μόνο πως αν ξαναπάει ποτέ στη Σμύρνη, θα ξαναβρεί το σπίτι μας, ακόμη κι αν την έχουν κάνει σκόνη. Ακόμη κι αν την έχουν ισοπεδώσει".



Διήγηση Ελπινίκης

"Θυμάμαι πηγαίναμε στο δημοτικό, με μια μπλέ ποδιά και μεγάλους άσπρους φιόγκους. Τα μεσημέρια η μάνα μας μαγείρευε μυρωδάτα φαγητά. Όταν στέκουνταν πάνω από την κατσαρόλα, έπλεκε τα ξανθά μαλλιά της μια μεγάλη πλεξούδα και τα ριχνε στην πλάτη, να κάνει τον "τζαρέ" της, τις δουλειές της, όπως έλεγε. Όλη η γειτονιά ζήλευε τις μυρωδιές που έβγαιναν από το παράθυρο της Μαργαρίτας.

Κι όλη η γειτονιά γελούσε, σαν πετούσε τις παντούφλες της και καταριόταν τα χαμίνια που περνούσαν κι έπαιζαν έξω από την πόρτα της. Η Αϊσέ, γελώντας της έλεγε
"Άστα βρε τζάνε μ΄, να παίξουν, παιδιά είναι κι αυτά"

"Παιδιά μα φασαριόζικα βρε τζάνε μ" έλεγε η Μαργαρίτα, και τα πράσινα μάτια της έστραφταν από θυμό, και από σπιρτάδα.

Τα μεσημέρια, αργά, γυρνούσε ο μπαμπάς από το μαγαζί με τα καπνά. Πάντα μύριζε καπνό. Η Μαργαρίτα του στρωνε τραπέζι, και το ναργιλέ του για να διαβάσει το "φύλλο" της μέρας.
Πάντα τον ρωτούσε τι λέγανε οι φυλλάδες, και πάντα κείνος, ρουφώντας μια τζούρα από το φρεσκοστριμμένο τσιγάρο του, της αποκρίνονταν :

"Μαργαρω, τι τα θές ετούτα. Μια πάνω, μια κάτω. Σαν τις δουλειές μου, τ΄αλισβερίσι πάει κι έρχεται. Έτσι κι οι αρχόντοι, δικοί μας και οθωμανοί, κάνουν τ΄αλισβερίσι τους"
και της έριχνε ένα συζυγικό χαμόγελο.

Εγώ και η Βασιλική παίζαμε στο παλιό περσικό χαλι. Η μάνα έλεγε πώς ήμασταν τυχερές, γιατί δεν έχουν όλα τα παιδιά κούκλες και παιχνίδια όπως εμείς. Καμιά φορά καλούσαμε και την μικρή της Αϊσέ, την Σερχάν. Και παίζαμε όλες μαζί τις κουκλες".

Κι έπειτα τί έγινε, θειά; Την ρωτούσα.

"Έπειτα έγινε η ανταλλαγή. Κουβαλήσαμε ότι μπορούσαμε κι ήρθαμε εδώ. Ο μπαμπάς έλεγε πάντα ότι για τον έμπορο είναι παντού πατρίδα. Μα ήξερα πώς μέσα του, τον πονούσε η Πόλη που άφησε πίσω. Κι ας μην το λεγε. Πήγαμε στις Φέρρες, κι εκεί ο πατέρας αγόραζε και πουλούσε. Στο τέλος τον κάμανε δήμαρχο. Εμείς είμασταν τα κορίτσια του δημάρχου. Εγώ και η Βασιλική. Κείνη ήταν η όμορφη του χωριού, η καλλονή. Τότε την έκλεψε κι ο Νικόλας, που λεγαν τότες τα κορίτσια πως έμοιαζε μ' έναν αστέρα του κινηματογράφου.

Σε μια γιορτή, ήταν Μάης. Χορεύανε τα κορίτσια, η Βάσω θα τανε δε θα τανε δεκαπέντε. Κείνος μεγαλύτερος, με μαύρα πυκνά μαλλιά κι ένα ψιλό μαύρο μουστάκι. Ψηλός, όμορφος. Έσκυψε και της έδεσε το λουράκι του παπουτσιού της, που ΄χε λυθεί από το χορό. Και μετά ζήτησε το χέρι της..."


Κι εσύ θειά; τη ρωτούσα

"Εγώ έγινα δασκάλα. Για να ταξιδεύω μαζί με τα παιδιά. "



ΥΣ Αφιερωμένο στον μικρασιάτη Ποιητή




Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2009

Εστουδιαντίνα

Μια λέξη "φράγκικη", όπως θα λεγε και η γιαγιά - η Σμυρνιά. Σημαίνει "σπουδή".
Άνθρωποι που σπούδασαν το τραγούδι και τη μουσική, μαθαίνοντας τον Μπάχ, τον Μπετόβεν και τον Στράους, και ζώντας τον μικρασιάτικο αμανέ, τη βυζαντινή αρμονία, τα ανατολίτικα ημιτόνια.

Ημιτόνιο - το μισό του τόνου. Οι μουσικοί θα ξέρουν, οι υπόλοιποι απλά το καταλαβαίνουν ακούγοντάς το, ξεχωρίζει, σαν την πιό όμορφη μουσική διαφωνία. Το πιό μικρό σκαλοπάτι της μουσικής κλίμακας.

Πρίν πέντε περίπου χρόνια ανακάλυψα ότι μερικοί νέοι άνθρωποι στο Βόλο, έκαναν πράξη αυτό που ονειρευόμουν να κάνω ως ερασιτέχνης και άπειρη μουσικός. Να φτιάξω μια ορχήστρα, με τα όργανα που μου περιέγραφαν οι γιαγιάδες μου.
Σαντούρι, κανονάκι, ούτι, τζουράς, μπουζούκι, λαούτο, μαντολίνο, κοντραμπάσσο, βιολιά, πιάνο, ακκορντεόν, κλαρίνο, φλογέρες.
Είναι μια ορχήστρα που ανακατεύει, για μένα, τη συλλογική μνήμη μιας χαμένης γενιάς με την προσωπική μου παιδική μνήμη.
Τις σκονισμένες "πλάκες" της γιαγιάς που δεν έπαιζαν πιά, με βαλσάκια του μεσοπολέμου. Το σέτ της τσαγιέρας, το μοναδικό από τα υπάρχοντα, μαζί με λίγα υφαντά, που έφερε από την Πόλη. Τις ιστορίες της θειάς για το Μπαλουκλή, τα ψάρια μέσα στο αγιάσμα που περιμένουν να τηγανιστούν από την άλλη, τα "χαρανάκια" (ασημένια κουπάκια που έπιναν το αγίασμα).
Ιστορίες για δυο μικρές αδερφές με σχολικές ποδιές, που κάθε Κυριακή, μετά το προσκύνημα στο Μπαλουκλή, σεργιανούσαν στο Πέραν, στα Θαραπειά, στο Καπαλί Τσαρσί.
Και μια άλλη ιστορία, για μια γυναίκα που φυγε από τη Σμύρνη με πέντε παιδιά, χωρίς άντρα, τόσο όμορφη που οι Τούρκοι την άφησαν να φύγει, με μαλλιά τόσο μακρυά και κατάμαυρα, που σκέπαζαν την πλάτη της ως κάτω απ΄τη μέση.

Ιστορίες του μύθου. Όλες οι γιαγιάδες τις λένε στα εγγόνια. Όμως εγώ είχα την τύχη να ακούσω για όλα αυτά, τα μεταξύ αλήθειας και μύθου, για την Πόλη και για τη Σμύρνη. Και απ' τις δυό τους.

Αυτή η ανάρτηση είναι αφιερωμένη στη μνήμη της πολίτισσας γιαγιάς, που δεν πρόλαβα να τη γνωρίσω καλύτερα. Και σίγουρα, σ΄αυτή την καταπληκτική ορχήστρα, την Εστουδιαντίνα νέας Ιωνίας.










to site της ορχήστρας :
http://www.estoudiantina.com.gr/_NewWEBsite/el/index.html

Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2009

H Mαύρη Ντάλια

Μία από τις ταινίες με την πιό ατμοσφαιρική φωτογραφία...
Βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα και τον βίαιο φόνο μιας κοπέλας στην Αμερική των 40's
με μια πανέμορφη Scarlett Johansson στον πρωταγωνιστικό ρόλο

Η φωτογραφία αυτής της ταινίας μου έμεινε πραγματικά στη μνήμη






Κυριακή, 23 Αυγούστου 2009

Οι ώρες, οι λέξεις. Η ανία.
Όλα περνούν.
Σκέφτομαι αυτό το Σεπτέμβρη.
Δύσκολος, όπως κάθε Σεπτέμβρης, το χουν το "σημαντικό" οι Σεπτέμβρηδες.

Σκέφτομαι ότι θα ξαναγυρίσω στους βρώμικους διαδρόμους με τη μυρωδιά λαδομπογιάς και χαρτιού. Θα ξαναγυρίσω στη βαβούρα, στα σκονισμένα θρανεία, σε μια χώρα μαγική που ακόμα όλα επιτρέπονται. Ακόμα.

Στέκομαι σε μια γωνιά. Μέσα από το σπασμένο τζαμάκι του φουαγιέ ένα σπουργίτι παίρνει τα ψίχουλα της τυρόπιτας. Πίνω μια γουλιά καφέ και ανάβω τσιγάρο. Παρατεταμένα τα χρόνια της αθωότητας.

Θα περιμένω στη γνωστή γωνιά τα βλέμματά μας να διασταυρωθούν για μια στιγμή, σαν να ναι πρώτη φορά. Εγώ θα κατεβάσω τα μάτια κοκκινίζοντας. Έχω προδώσει πολλά μυστικά μέχρι τώρα, αλλά τώρα πια δε φαίνεται να σε συγκινούν τα μυστικά μου. Ή τα χεις κατακτήσει πιά απόλυτα, ή έχει γίνει η μαγεία ρουτίνα, και το ανεξήγητο ανιαρό. Φταίνε και οι καιροί που είναι περίεργοι. Εσύ ποτέ δεν κατεβάζεις τα μάτια. Απλώς κοιτάζεις διαπεραστικά. Και αγέρωχα.


Μου χανε πεί κάποτε πώς ο πρίγκηπας έχει μεγάλα μάτια.